Τίτλος πρωτότυπου: Lady Eleanor Smith "Candlelight" (1931)
Η λαίδη Έλενορ Σμιθ (Lady Eleanor Furneaux Smith, 1902–1945) υπήρξε μια εκκεντρική φυσιογνωμία της αγγλικής λογοτεχνίας του μεσοπολέμου. Κόρη του 1ου Κόμη του Birkenhead, αποτέλεσε εξέχον μέλος των Bright Young Things, της θρυλικής μποέμικης αριστοκρατίας της δεκαετίας του 1920. Αψηφώντας τις συμβάσεις της τάξης της, εργάστηκε ως κοσμικογράφος και κριτικός κινηματογράφου, ενώ η ζωή της σημαδεύτηκε από τη βαθιά γοητεία που ασκούσαν πάνω της το τσίρκο και η κουλτούρα των Ρομά, με τους οποίους έζησε και ταξίδεψε για μεγάλα διαστήματα. Το πάθος της αυτό διαπότισε όλο της το έργο, το οποίο κινείται στο ύφος της όψιμης γοτθικής λογοτεχνίας, με ιστορίες γεμάτες σκοτεινή ατμόσφαιρα, υπερφυσικές νύξεις και έντονο ψυχολογικό βάθος.
Το "Candlelight" πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος Μαρτίου του 1931 του βρετανικού περιοδικού The Story-teller. Έναν χρόνο αργότερα, το 1932, συμπεριλήφθηκε στη συλλογή διηγημάτων της Σμιθ με τίτλο Satan's Circus, μια έκδοση που συγκέντρωνε μερικές από τις πιο ατμοσφαιρικές ιστορίες της. Πιο πρόσφατα, το 2020, το διήγημα γνώρισε μια σύγχρονη αναβίωση καθώς συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία της Βρετανικής Βιβλιοθήκης Queens of the Abyss: Lost Stories from the Women of the Weird, γεγονός που επανέφερε στο προσκήνιο τη συμβολή της Σμιθ στη λογοτεχνία του παράδοξου και του υπερφυσικού.
Στον πυρήνα του, το "Candlelight" είναι μια ιστορία ψυχολογικής έντασης που χρησιμοποιεί το υπερφυσικό στοιχείο ως καταλύτη για την αποκάλυψη κρυμμένων αληθειών. Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε ένα απομονωμένο σπίτι, όπου πέντε άνθρωποι –δύο παντρεμένα ζευγάρια και ένας ανύπαντρος άνδρας– περνούν μια φαινομενικά ήρεμη βραδιά. Η άφιξη μιας νεαρής Ρομά, η οποία προσάγεται σχεδόν δια της βίας στο σπίτι, ανατρέπει την εύθραυστη ισορροπία.
Η Σμιθ στήνει μια αινιγματική ατμόσφαιρα όπου το φως των κεριών δεν είναι απλώς σκηνικό, αλλά λειτουργεί ως σύμβολο της διαύγειας που έρχεται να διαλύσει το σκοτάδι της προσποίησης. Η πράξη της μαντείας με τη γυάλινη σφαίρα –ένα κλασικό μοτίβο της γοτθικής παράδοσης– γίνεται το όχημα για να βγουν στην επιφάνεια απιστίες του παρελθόντος και του μέλλοντος, πυροδοτώντας εκρηκτικά συναισθήματα ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. Το ενδιαφέρον της συγγραφέως δεν εστιάζεται τόσο στην επικύρωση των υπερφυσικών ικανοτήτων της κοπέλας, όσο στις αντιδράσεις της ομάδας: η φαινομενικά πολιτισμένη παρέα αποκαλύπτει την ηθική της σαθρότητα, την υποκρισία και τα πάθη που κρύβονται κάτω από έναν καθωσπρέπει μανδύα.
Ο μόνος που παραμένει ατάραχος είναι ο σιωπηλός οικοδεσπότης, ο οποίος στο τέλος επιλέγει να εγκαταλείψει το σπίτι του ακολουθώντας τη νεαρή Ρομά στον καταυλισμό της. Η απόφασή του αυτή μπορεί να διαβαστεί ως μια πράξη απελευθέρωσης από τις συμβάσεις μιας υποκριτικής κοινωνίας και ως μια επιστροφή σε έναν πιο αυθεντικό, σχεδόν "άγριο" τρόπο ζωής – ένα θέμα που απηχεί την προσωπική γοητεία της Σμιθ για τον νομαδικό βίο των Ρομά.
Πρόκειται για ένα "συμπαθητικό", όπως έχει χαρακτηριστεί, αλλά και βαθιά μελαγχολικό ψυχολογικό διήγημα, όπου το γοτθικό στοιχείο δεν έγκειται σε εξωτερικούς τρόμους, αλλά στην απογύμνωση της ανθρώπινης ψυχής. H Σμιθ, με τη χαρακτηριστική κομψότητα και την ατμοσφαιρική της γραφή, υπενθυμίζει πως τα πιο σκοτεινά φαντάσματα κατοικούν συχνά μέσα μας, έτοιμα να αποκαλυφθούν στο τρεμάμενο φως ενός κεριού.
Μετάφραση και ανάγνωση Γρηγόριος Καλογιάννης
Η ηχογράφηση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση και ενσωμάτωση, με όρους Creative Commons BY-NC (αναφορά σε δημιουργούς - μη εμπορική χρήση).